
Αρκετοί άνθρωποι γίνονται γονείς χωρίς να το πολυσκεφτούν. Παντρεύονται και κάνουν παιδιά γιατί «έτσι πάει η ζωή». Συχνά δε η ζωή πηγαίνει καλά έτσι. Πέρα απ’ όλες τις χαρές και τις συγκινήσεις που προσφέρει η γονεϊκότητα, το να κάνουμε παιδιά εξασφαλίζει κάτι ακόμα: έναν χάρτη πορείας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο γονιός οργανώνει ολόκληρη τη ζωή του, για τουλάχιστον τα επόμενα δεκαοχτώ χρόνια, με βάση το παιδί: πού και πόσο δουλεύει, αν κατοικεί σε περιοχή με (καλά) σχολεία, πότε παίρνει άδεια, τι διακοπές κάνει, αν πρέπει να έχει αμάξι και τι αμάξι, τι ώρα κοιμάται και ξυπνάει, με ποιους κάνει παρέα κοκ. Η ζωή ενός γονιού διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό γύρω από το παιδί.
Ωστόσο, η ύπαρξη παιδιών δεν επιβάλλει μονάχα ένα πρόγραμμα· προσφέρει μια σκαλωσιά πάνω στην οποία στήνεται συνολικότερα η ζωή. Έχοντας παιδί, αποκτάς ρόλο στη ζωή (άσχετα από το πόσο καλά τον διαχειρίζεσαι, αν σου ταιριάζει ή σε γεμίζει). Είσαι πατέρας ή μητέρα, με όλες τις ευθύνες, τα δικαιώματα αλλά και τα στερεότυπα που απορρέουν από αυτόν τον ρόλο. Η ζωή σου αποκτά αυτόματα μια συντεταγμένη πορεία, με κεφάλαια και ορόσημα. Ένας γονιός αναπτύσσει μια διαφορετική αίσθηση του χρόνου, καθώς η ζωή του χωρίζεται σε φάσεις και κεφάλαια με βάση την ανατροφή του παιδιού του: Η πρώτη μέρα στο σχολείο, τα πήγαιν-έλα σε δραστηριότητες, οι Πανελλήνιες, οι σπουδές, η αποφοίτηση, ο γάμος, τα εγγόνια — «κάθε λίγα χρόνια, το ημερολόγιο φέρνει ένα καινούργιο ορόσημο, που λέει στους γονείς ακριβώς πού βρίσκονται στην ιστορία τους. Ο χρόνος μοιάζει δομημένος επειδή πράγματι είναι δομημένος: διαμορφώνεται από το μεγάλωμα του παιδιού», επισημαίνει ο αρθρογράφος Μπρένταν Μπράουν.
Εν αντιθέσει, ένας άνθρωπος χωρίς παιδιά δεν έχει τέτοια ορόσημα ή σταθμούς στη ζωή του που να προκύπτουν αυτόματα από κάτι εξωγενές. Δεν έχει ούτε κάποιον ξεκάθαρο ρόλο να επιτελέσει ελέω γονεϊκότητας. Ως άτεκνος, η δική μου ζωή στα πενήντα δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τη ζωή μου στα σαράντα, ενώ για έναν γονιό που το παιδί του φεύγει για να σπουδάσει η αλλαγή της καθημερινότητάς του μπορεί να είναι τεράστια — μια άλλη ζωή.
Όπως γράφει ο Μπράουν, αν ρωτήσεις έναν γονιό πόσων χρονών είναι, τις μισές φορές δεν θα αναφέρει τη δική του ηλικία, αλλά θα δώσει μια απάντηση του τύπου: Ο μικρός μου μόλις πήγε λύκειο. Έχω εγγονάκι, το πιστεύεις; Η μεγάλη έφυγε να σπουδάσει. «Οι γονείς μετρούν τον χρόνο μέσα από τα παιδιά τους». Οι άτεκνοι μετράμε και βιώνουμε τον χρόνο αλλιώς. Χωρίς αυτή τη γονεϊκή σκαλωσιά, καλούμαστε να οργανώσουμε τη ζωή μας πιο συνειδητά, με βάση τα δικά μας γεγονότα ζωής και επιλογές που αφορούν εμάς, όχι ένα παιδί. Δεν μπορούμε να βασιστούμε στην πορεία ζωής που το επικρατές κοινωνικό αφήγημα επιφυλάσσει για τους γονείς: κάνεις παιδιά, τα μεγαλώνεις, τα στηρίζεις να σταθούν στα πόδια τους, φεύγουν και, μετά στα γεράματα, θα σε στηρίξουν εκείνα.
«Κάντε παιδάκια. Όλα μπαίνουν σε τάξη, και καριέρες και δουλειές και τα πάντα», δήλωνε χαρούμενα μια γυναίκα στο προπαγανδιστικό βίντεο για το 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Γονιμότητας, που είχε προγραμματιστεί για τον Ιούλιο 2021 στα Ιωάννινα αλλά ευτυχώς ακυρώθηκε. Θαρρείς και τα παιδάκια λειαίνουν κάθε τσαλακωματιά της ζωής ως δια μαγείας. Το να κάνεις παιδιά παρουσιάζεται ως ακριβώς ως ένας τρόπος οργάνωσης και τακτοποίησης της ζωής. Εξάλλου, το να κάνεις παιδιά δεν σου υπόσχεται μονάχα μια τακτοποιημένη πορεία ζωής. Σου υπόσχεται νόημα, ειδικά στις γυναίκες. Όπως γράφει η Σήλα Χέτι στο βιβλίο της Μητρότητα, «Όταν έχεις παιδί, είναι σαν να βρίσκεσαι σε μια πόλη μ’ ένα βουνό στο κέντρο. Όλοι βλέπουν το βουνό. Όλοι στην πόλη νιώθουν περηφάνια για το βουνό. Η πόλη είναι χτισμένη γύρω από το βουνό. Ένα βουνό, όπως ένα παιδί, απεικονίζει κάτι πραγματικό όσον αφορά την αξία αυτής της πόλης. Σε μια ζωή όπου δεν υπάρχει παιδί, κανείς δεν ξέρει τίποτα για το νόημα της ζωής σου. Ίσως να υποπτεύονται ότι δεν έχει νόημα – δεν υπάρχει κέντρο γύρω από το οποίο να χτιστεί. Η αξία της ζωής σου είναι αόρατη […]».
Η γονεϊκότητα πράγματι μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή μας. Όπως γράφω στο βιβλίο μου Μητέρα μηδέν παιδιών, σύμφωνα με τον ψυχολόγο Έρικ Έρικσον, μετά από κάποια ηλικία οι άνθρωποι έχουμε την ανάγκη να νιώθουμε ότι θ’ αφήσουμε πίσω μας ένα στίγμα όταν θα έχουμε φύγει από αυτόν τον κόσμο, μια συνέχεια της δικής μας ύπαρξης και, ως εκ τούτου, μια συμβολική αθανασία. Οι άνθρωποι νιώθουμε την ανάγκη να παράγουμε, να χτίζουμε και να δημιουργούμε· επιθυμούμε οι δημιουργίες μας να έχουν σημασία όχι μόνο για εμάς προσωπικά αλλά για το ευρύτερο σύνολο και, συνεπακόλουθα, να έχουμε και εμείς οι ίδιοι σημασία. Δεν θέλουμε να έχουμε περάσει από αυτή τη ζωή χωρίς ν’ αφήσουμε πίσω μας κάτι — μια κληρονομιά. Αυτή την ανθρώπινη ανάγκη ο Έρικσον την ονόμασε γενεσιουργικότητα (generativity) και ως βασικότερο τρόπο για την επίτευξή της πρόβαλε την τεκνοποίηση. Άλλοι διανοητές εντόπισαν και άλλους τρόπους να καλύψουμε αυτή τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη μας.
Το τι θ’ αφήσουμε πίσω μας είναι ένα θέμα που επανερχόταν συχνά στις μαρτυρίες άτεκνων γυναικών στο βιβλίο μου. Η κληρονομιά μας, με την κυριολεκτική σημασία των όσων μαζέψαμε και δημιουργήσαμε, αλλά κι η συμβολική κληρονομιά μας —η πνευματική και ηθική παρακαταθήκη που αφήνουμε στους μεταγενέστερους— είναι ένα θέμα που δικαιολογημένα μας απασχολεί ως θνητοί που είμαστε. «Αν κάνουμε παιδιά, αυτό το ζήτημα ενίοτε λύνεται αυτόματα —αν και όχι πάντοτε πετυχημένα— μέσα από την παραδοσιακή εννοιολόγηση της υλικής και πνευματικής κληρονομιάς: ανατρέφω τα παιδιά μου, μεταλαμπαδεύω γνώσεις και κληροδοτώ τόσο την περιουσία που έχω φτιάξει, όσο κι ένα κομμάτι του εαυτού μου. Η συνέχεια εξασφαλίζεται» (Καλοβυρνάς, 2022). Όπως εκμυστηρεύεται μία γυναίκα: «Πλησίαζα ένα σημείο ηλικιακά που θα έπρεπε ν’ απαντήσω στην ερώτηση: τι κάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Είχα μεγάλη ανάγκη να δημιουργήσω κάτι. Και η εικόνα “γίνομαι μητέρα” φάνταζε ιδανική για να καλύψει πολλές τρύπες και μελλοντικές ανάγκες. Ένιωθα κατά κάποιο τρόπο πως αν κάνω παιδί δεν θα έχω ανάγκη τίποτα άλλο στη ζωή μου και πως αυτομάτως όλα θα αποκτούσαν νόημα».
Οι άνθρωποι χωρίς παιδιά συνεχώς αυξάνονται. Το 23-24% των Ελληνίδων που γεννήθηκαν το 1970-1975 παραμένουν άτεκνες. Δηλαδή σχεδόν μία στις τέσσερις (για τους άντρες δεν είναι εύκολο να υπάρξουν στοιχεία). Το ποσοστό αυτό είναι παρόμοιο σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες και βαίνει αυξανόμενο. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι παγκοσμίως δηλώνουν ότι επιθυμούν να ζήσουν τη ζωή τους χωρίς παιδιά. Όπως εξηγεί ο συγγραφέας Τιμ Κράιντερ: «Ο τελευταίος αιώνας είναι ο πρώτος στην Ιστορία που ένα ευμέγεθες ποσοστό του ανθρώπινου είδους […] οικειοθελώς αποκήρυξε την αναπαραγωγή και εγκατέλειψε την ψευδή παρηγοριά των απογόνων. Το να μην κάνουμε παιδιά κατέστη βιώσιμη επιλογή τόσο ιατρικά όσο και κοινωνικά πάρα πολύ πρόσφατα […] Οι άτεκνοι αποτελούμε ένα πείραμα άνευ προηγουμένου στην ανθρώπινη ιστορία» (Daum, 2015).
Ζώντας χωρίς έτοιμο χάρτη
Πολλές μικρές και μεγάλες αποφάσεις ζωής λαμβάνονται με κριτήριο την παρουσία ή απουσία παιδιών και εγγονιών. Οι άνθρωποι χωρίς παιδιά ζούμε αρκετά διαφορετικές ζωές και καλούμαστε να σχεδιάσουμε πιο συνειδητά το μέλλον μας και ειδικά τα γεράματά μας, ακριβώς επειδή δεν μπορούμε να επαναπαυθούμε στον στάνταρ εξοπλισμό της οικογένειας. Παρότι όλοι μας γνωρίζουμε περιπτώσεις που αυτός ο στάνταρ εξοπλισμός της οικογένειας δεν πήγε βάσει στερεοτυπικού σχεδίου, ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά υπάρχουν, έστω για τα διαδικαστικά. Τα παιδιά υπάρχουν «σαν ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο του οποίου κανείς δεν έχει διαβάσει τους όρους», λέει ο Μπράουν. Οι άτεκνοι δεν έχουμε αυτή την άτυπη ασφάλεια. Άρα χρειάζεται να σχεδιάσουμε πιο συνειδητά.
Οι άτεκνοι έχουμε μεγαλύτερη ελευθερία πώς να ζήσουμε τη ζωή μας. Έχουμε επίσης την αγωνία που γεννάει αυτή η ελευθερία. Από το πού θα περάσουμε τις γιορτές μέχρι το ποιος θα μας φροντίσει σε θέματα υγείας είναι ερωτήματα που παίρνουν πολύ διαφορετική απάντηση ανάλογα με το αν υπάρχει παιδί ή όχι στο κάδρο. Όταν έχεις παιδί, κάποια ερωτήματα δεν τίθενται καν ή παίρνουν αυτόματες απαντήσεις. Όταν δεν έχεις παιδί, ο χρόνος μπορεί να βιωθεί σαν μια ανοιχτή έκταση, αντί σαν προκαθορισμένη διαδρομή, γράφει ο Μπράουν.
Είναι εύκολο να σκεφτούμε με όρους «καλύτερο-χειρότερο», αποδίδοντας ή αφαιρώντας αξία σε μια ζωή με ή χωρίς παιδιά. Διδασκόμαστε ότι αν δεν κάνεις παιδιά, η ζωή σου μένει άδεια, χωρίς νόημα, χωρίς σκοπό και με μια αίσθηση ματαιότητας, μοναξιάς και δυστυχίας. Όμως, η ύπαρξη ενός παιδιού στη ζωή μας δεν μας παρέχει απολύτως καμία προστασία όσον αφορά ούτε τη μοναξιά ούτε τη δυστυχία ή την υπαρξιακή ματαιότητα. Είναι ανεξάρτητες έννοιες και καταστάσεις. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ζήσουμε τη ζωή μας, αλλά κανένας δεν έρχεται με εγγυήσεις. Ο καθένας μας χρειάζεται να το ψάξει ατομικά. Η διαφορά, ωστόσο, είναι ότι επειδή οι άτεκνοι δεν μπορούμε ν’ αφεθούμε στην έτοιμη σκαλωσιά της κλασικής οικογένειας, καλούμαστε να σχεδιάσουμε πιο συνειδητά την πορεία της ζωής μας και τις σχέσεις μας: ποιους ανθρώπους βάζουμε και βγάζουμε από τη ζωή μας, δηλαδή τι οικογένειες επιλογής δημιουργούμε. Πώς οραματιζόμαστε το μέλλον μας χωρίς την ιδιότητα «γονιός» και όλα όσα απορρέουν λίγο πολύ αυτόματα από αυτήν.
Βιβλιογραφία
- Brown, Brendan (Ιούλιος 2026). Psychology says people without children develop a measurably different relationship to time and mortality — not a worse one, but one that has to be built deliberately rather than inherited, and the research on it barely existed until the last decade. Scienceblog.com
- Daum, Meghan (2015). Selfish, shallow, and self-absorbed : sixteen writers on the decision not to have kids. New York, New York: Picador
- Heti, Sheila (2018). Motherhood. New York: Henry Holt & Company.
- Καλοβυρνάς, Λύο (2022). Μητέρα Μηδέν Παιδιών: Η μητρότητα ως επιλογή ή επιβολή. Αθήνα: Gutenberg.
- Κοτζαμάνης, Β. (2024). Όλο και λιγότερα παιδιά σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία: Οι γεννήσεις σε ηλικία 40 ετών και άνω και η συμβολή τους στους δείκτες γονιμότητας. FOCUS 2. Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ).